7/4/08

I Am a Fugitive From a Chain Gang (Mervyn LeRoy, 1932)

Σε αντίθεση με τα αντίπαλα μεγάλα στούντιο της Paramount ή της Metro-Goldwyn-Mayer (MGM), γνωστά για τις ακριβές παραγωγές τους και άμεσα συνδεδεμένα με την ονειρική και ρετουσαρισμένη χολλυγουντιανή αισθητική της κλασικής περιόδου (δηλαδή από το 1929 μέχρι το 1950 περίπου), η Warner Brothers ακολουθεί κατά τη δεκαετία του 30 μια τελείως διαφορετική κινηματογραφική οδό.
Κάτω από την επιρροή του διευθυντή παραγωγής
Darryl F. Zannuck το στούντιο των αδερφών Warner αντλεί τα θέματά του από την καθημερινότητα και τον ημερήσιο τύπο – τα ίδια μάλιστα τα αφεντικά του στούντιο δήλωναν ότι ο κινηματογράφος αποτελούσε γι’αυτούς ένα μέσο αντίστοιχο του τύπου. Λίγα χρόνια λοιπόν μετά από την Μεγάλη Ύφεση (The Great Depression) που συγκλόνισε την Αμερική, το στούντιο της Burbank το οποίο καθιέρωσε τις γκανγκστερικές ταινίες -ανάμεσα στις πιο γνωστές αναφέρουμε τα Little Caesar του LeRoy και το The Public Enemy του William A. Wellman-, εισαγάγει στις αρχές του 30 ένα καινούργιο κινηματογραφικό είδος : το σύγχρονο κοινωνικό δράμα, γνωστό αλλιώς και ως ταινία κοινωνικής συνείδησης (social consciousness film, social problem film ή topical film).
Οι υποθέσεις των κοινωνικών δραμάτων της
Warner βασίζονταν κυρίως σε έργα αμερικανών συγγραφέων ή σε άρθρα εφημερίδων και έθιγαν σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τα προβλήματα των εργαζόμενων στις ΗΠΑ, την ποτοαπαγόρευση, το ρατσισμό, την εγκληματικότητα, ενώ παράλληλα εξέφραζαν απροκάλυπτα την υποστήριξη του στούντιο στην πολιτική του New Deal του προέδρου Franklin D. Roosevelt. Γυρισμένες συνήθως μέσα σε λίγες εβδομάδες και με αρκετά χαμηλό προϋπολογισμό οι ταινίες αυτές ξεχωρίζουν όχι μόνο για την θεματολογία τους αλλά και για τον ιδιαίτερα ρεαλιστικό τρόπο παρουσίασης των κοινωνικών προβλημάτων.

Το I Am a Fugitive From a Chain Gang (ελληνικός τίτλος : Είμαι Ένας Δραπέτης) αποτελεί μια από τις πιο γνωστές και ολοκληρωμένες ταινίες του κινηματογραφικού αυτού είδους. Σκηνοθετημένο από τον Mervyn LeRoy, έναν από τους σημαντικότερους και πιο παραγωγικούς σκηνοθέτες της Warner Bros (πρέπει να σημειώσουμε ότι το στούντιο του ανέθετε κατά μέσο όρο 5 ταινίες τον χρόνο), το I Am a Fugitive ασκεί αυστηρότατη κριτική στο αμερικάνικο ποινικό σύστημα, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να θεωρείται ότι συνετέλεσε σε σημαντικό βαθμό στην κατάργηση των καταναγκαστικών έργων στην χώρα.
Βασισμένο στην αυτοβιογραφία του
Robert Elliot Burns, το φίλμ δεν παρουσιάζει με τον σκληρό ρεαλισμό του μονάχα τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά ιδρύματα κυρίως των νοτιότερων πολιτειών της Αμερικής (απαγορεύτηκε μάλιστα στην Georgia), αλλά παράλληλα θίγει και πολλά σοβαρά κοινωνικά ζητήματα της εποχής.

Η επιστροφή ενός βετεράνου του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου (εξαιρετικός ο Paul Muni, ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς, στον πρωταγωνιστικό ρόλο) δεν συνοδεύεται μόνο από παρελάσεις και τιμές. Η οικογένειά του, οι κοινωνικές συμβάσεις και η ανεργία του στερούν τα επαγγελματικά όνειρά του, ωθώντας τον να φτάσει στο σημείο να δηλώσει ότι η ζωή του στην πατρίδα είναι χειρότερη « ακόμα και από τον στρατό ».
Με τον χαρακτηριστικό ιλλιγιώδη ρυθμό των ταινιών του στούντιο
στα πρώτα 17 λεπτά ο Muni έχει ήδη προλάβει να γυρίσει τη μισή χώρα αναζητώντας απεγνωσμένα εργασία- ο ήρωας σύντομα συλλαμβάνεται και καταδικάζεται αδίκως σε καταναγκαστικά έργα. Μην αντέχοντας τις συνθήκες εξαθλίωσης και τις κακοποιήσεις από τους σαδιστές δεσμοφύλακες αποφασίζει να δραπετεύσει, και εγκαθίσταται στο Σικάγο όπου κατορθώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα να καταξιωθεί επαγγελματικά σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας γέφυρες και δρόμους « για το καλό του κοινωνικού συνόλου ». Εκεί όμως γρήγορα βρίσκεται και πάλι εγκλωβισμένος, καθώς το παρελθόν του τον ανακαλύπτει και τον οδηγεί πίσω στη φυλακή.
Στην περίφημη τελευταία σκηνή της ταινίας ο ήρωας κυνηγημένος, έχοντας προδοθεί από την αμερικανική δικαιοσύνη και αποδράσει για δεύτερη φορά, συναντά την αγαπημένη του ύστερα από αρκετά χρόνια, και όταν αυτή τον ρωτάει πως θα ζεί από εδώ και πέρα αυτός απαντά :
« Θα κλέβω », και εξαφανίζεται στο σκοτάδι.

Υιοθετώντας ένα έντονα ντοκυμενταρίστικο ύφος ειδικά στις σκηνές που διαδραματίζονται στα σωφρονιστικά ιδρύματα-, ο LeRoy και Sol Polito (διευθυντής φωτογραφίας) παρουσιάζουν την πιο σκοτεινή και απαισιόδοξη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου που έχουμε δεί σε ταινία εκείνης της περιόδου. Στη ρεαλιστική απεικόνιση των συνθηκών κράτησης συνετέλεσε ασφαλώς και η παρουσία του ίδιου του συγγραφέα στα γυρίσματα, ο οποίος, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διάφορες ιστορίες που συνοδεύουν την ταινία, βρέθηκε για κάποιο διάστημα στο Χόλλυγουντ, έχοντας φυσικά αλλάξει το όνομά του καθώς ακόμη τότε καταζητούνταν.
Από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες σύγχρονης κοινωνικής κριτικής της
Warner και αναμφισβήτητα η κορυφαία στιγμή της πλούσιας φιλμογραφίας του LeRoy, το Ι Am a Fugitive From a Chain Gang ακόμα και μετά από 76 χρόνια δεν έχει γεράσει καθόλου και αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες στιγμές του αμερικάνικου κινηματογράφου την οποία οφείλουμε να ξανανακαλύψουμε.

Α.Τ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: